Ομιλίες
..................................................................................................................................................................................................






ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ
........................................................................................................................................................................................................................................................

΄Εχει λεχθεί πολλές φορές ότι η νομική επιστήμη αποτελεί το δυνατότερο μας όπλο στον αγώνα που διεξάγουμε ως Κυπριακός Ελληνισμός για επιβίωση σ΄ αυτό το τόπο.  Μπορεί πρόσφατα, μετά τις γνωστές τελευταίες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, να δώθηκε η εντύπωση ότι το όπλο αυτό είτε υπερτιμήθηκε είτε έχει χάσει την αποτελεσματικότητα του.  Προσωπικά διαφωνώ και με τις δύο αυτές απόψεις.  Η νομική επιστήμη ήταν και παραμένει το δυνατότερο μας όπλο διότι ο αγώνας μας οφείλει να βασίζεται πάνω στη πιστή προσήλωση σε αρχές και η νομική επιστήμη λειτουργεί και ως ασπίδα αλλά και ως δόρι για τη προάσπιση και προώθηση των αρχών αυτών.  Πιστεύω ότι το πρόβλημα έγκειται στο πως στη πορεία του χρόνου χρησιμοποιήσαμε το όπλο αυτό και όχι στις δυνατότητες του που ήσαν και παραμένουν τεράστιες.  Αυτά σαν πρόλογος του θέματος που θα αναπτύξω σήμερα διότι η περαιτέρω επέκταση θα άνοιγε ένα μεγάλο κεφάλαιο. 

Το Δίκαιο της Ανάγκης και ορισμένες από τις κρίσιμες πτυχές του, το αντικείμενο της σημερινής μου τοποθέτησης, είναι ένα κλασσικό παράδειγμα του πως η νομική επιστήμη λειτούργησε σαν ασπίδα για τη διαφύλαξη της κρατικής μας οντότητας και λειτουργικότητας, αμφότερα των οποίων, αλλά κυρίως το πρώτο, απεδείχθησαν το θεμέλιο πάνω στο οποίο βασίστηκε η Κυπριακή Δημοκρατία για να προσπεράσει το τεράστιο, από συνταγματικής αλλά και πολιτικής απόψεως, πρόβλημα που δημιούργησε η Τουρκική ανταρσία του 1963 για να φτάσει μέχρι εδώ που είναι σήμερα, δηλαδή ένα ισότιμο μέλος των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης. 

Το εγχείρημα δεν ήταν εύκολο.  ΄Επρεπε να προσπεραστεί ο σκόπελος που δημιουργήτο από το γεγονός ότι το Σύνταγμα του 1960 ήταν προσαρμοσμένο, κατά τρόπο αυστηρότατο και με πρόνοιες μη επιδεχόμενες τροποποιήσεις, στο να εξυπηρετεί την ύπαρξη και κοινή διακυβέρνηση του Κράτους από δύο Κοινότητες. Την Ελληνική και τη Τουρκική. 

Υπενθυμίζω ότι οι Κοινότητες των Αρμενίων, Μαρωνιτών και Λατίνων είχαν επιλέξει τη ταύτιση τους με την Ελληνική Κοινότητα.  


Με φόντο αυτό το συνταγματικό μοντέλο λοιπόν, η μία από τις δύο Κοινότητες, η Τουρκική, το 1963, εξυπηρετώντας αλλότριους σκοπούς και επιδιώξεις και με την ενθάρρυνση, εκτός από τη Τουρκία και από ορισμένες άλλες χώρες που, παρενθετικά αναφέρω, ακόμη και σήμερα μας κάνουν τους φίλους και μας συμβουλεύουν, απεχώρησε, επιδιώκοντας να φρενάρουν, κατ΄ αρχή τη λειτουργία του κράτους και στη συνέχεια τη κατάλυση του.  Το σκεπτικό ήτο απλό.  Με βάση το σύνταγμα, η συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στις δομές του Κράτους, κατά συγκεκριμένο τρόπο και ποσοστό, ήταν απαραίτητη και η αποχώρηση τους καταστούσε το Σύνταγμα ανενεργό και το κράτος χωρίς την απαραίτητη συνταγματική δομή και κατ΄ επέκταση οντότητα.

Μπροστά λοιπόν σ΄ αυτό το φαινομενικά συνταγματικό και κατ΄ επέκταση πολιτικό αδιέξοδο όρθωσε το ανάστημα της η νομική επιστήμη και στο πρόσωπο κυρίως του τότε Δικαστή του Ανωτάτου δικαστηρίου Τριανταφυλλίδη, αλλά και του συναδέλφου του Ιωσηφίδη, βρήκε τη λύση στο πρόβλημα που δημιουργήθηκε κατά τρόπο μάλιστα νομικά απόλυτα τεκμηριωμένο και ισχυρό αφού η νομική σκέψη και ανάλυση που προτάθηκε άντεξε, όχι μόνο το πέρασμα του χρόνου, αλλά και στις πάρα πολλές προσπάθειες νομικών διεθνούς εμβέλειας που επιστράτευσε η Τουρκική πλευρά, κατά τα πρώτα χρόνια κυρίως μετά το 1963 για να καταρρίψει τις νομικές θέσεις που προβλήθηκαν και να πετύχει το προαναφερόμενο σκοπό της τη κατάλυση δηλαδή της Κυπριακής Δημοκρατίας. 

Η πρώτη και βασική αυθεντία για το Δίκαιο της Ανάγκης είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ibrahim and Others V. The Attorney General (1964).  Την απόφαση αυτή πρέπει κατά τη γνώμη μου όλοι οι νομικοί της Κύπρου να τη μελετήσουν από την αρχή μέχρι το τέλος της. 

Στην απόφαση Τριανταφυλλίδη, ακολουθείται ο εξής τρόπος σκέψης: Μια απλή ματιά στο Σύνταγμα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτό το Σύνταγμα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τη συμμετοχή των δύο κοινοτήτων, χωρίς τη συνεργασία Ελλήνων και Τούρκων πολιτών της Δημοκρατίας.

Το Σύνταγμα αυτό δεν προβλέπει τι μπορεί να γίνει σε περίπτωση, που θα παύσει η συνεργασία αυτή. Το ίδιο το Σύνταγμα προϋποθέτει την ύπαρξη συνεργασίας. Από την ώρα, που η συνεργασία έχει καταρρεύσει, όπως κατέρρευσε στο τέλος του 1963, από εκείνη την ώρα βρισκόμαστε προ καταστάσεως, την οποία ο συνταγματικός νομοθέτης δεν προέβλεψε, ούτε και ρύθμισε.

Η κατάρρευση, όμως ενός Συντάγματος, δεν εξυπακούει και κατάρρευση του Κράτους, γιατί τότε κάθε φορά, που ανατρέπεται ένα Σύνταγμα, θα έπρεπε να παύει και η διεθνής αναγνώριση του Κράτους. Η ύπαρξη, όμως, του Κράτους είναι θέμα διεθνούς δικαίου.

Έτσι, τα όργανα, που έχουν εκλεγεί με βάση το Σύνταγμα πριν από την κατάρρευση του τελευταίου, δεν δικαιούνται να παραμείνουν απαθή και να βλέπουν το Κράτος να διαλύεται, αλλά έχουν υποχρέωση να λάβουν εκείνα τα αναγκαία μέτρα, τα οποία είναι απαραίτητα για τη διάσωση των βασικών λειτουργιών του. 
Σε τέτοιες ακριβώς περιπτώσεις η εφαρμογή του Δικαίου της Ανάγκης δικαιολογείται με βάση την αρχή, γνωστή από την εποχή του Ρωμαϊκού Δικαίου, ότι η σωτηρία του Κράτους είναι ο υπέρτατος νόμος.  

Την απόφαση στην υπόθεση Imbrahim ακολούθησαν άλλες θεμελιακής σημασίας αποφάσεις. Θα αναφέρω ορισμένες παραδειγματικά. 

Αρχίζω με την υπόθεση losif v. CYTA [1970]. Η Επιτροπή Δημοσίας Υπηρεσίας, που είχε ορίσει το Σύνταγμα, δεν μπορούσε πλέον, μετά το 1963 να λειτουργεί, λόγω της αποχώρησης των Τουρκοκυπρίων μελών της. Σύμφωνα με το Άρθρο 124 του Συντάγματος, η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας αποτελείται από 7 ελληνοκυπρίους και 3 τουρκοκυπρίους. Το ερώτημα, γιατί, με βάση το Δίκαιο της Ανάγκης, να μην εξακολουθήσει να λειτουργεί η ίδια Επιτροπή με μόνον τους 7 ελληνοκυπρίους μέλη της, όπως άλλωστε έγινε με την Βουλή των Αντιπροσώπων  και   με  το  Υπουργικό   Συμβούλιο,   παρέμεινε  μέχρι το 1970 αναπάντητο. 

Το 1970, το Συμβούλιο της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου απεφάσισε, επικαλούμενο το Δίκαιο της Ανάγκης, ότι, αφού δεν υπάρχει Επιτροπή Δημοσίας Υπηρεσίας με αρμοδιότητα διορισμού υπαλλήλων στους ημικρατικούς οργανισμούς, θα διορίζει αυτό τους υπαλλήλους της ΑΤΗΚ, πράγμα, που έκαμε, διορίζοντας το Ενδιαφερόμενο Μέρος στην εν λόγω υπόθεση. Ως αποτέλεσμα, ο κος Ιωσήφ ο οποίος δε πέτυχε να διορισθεί καταχώρησε Προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, αξιώνοντας την ακύρωση του εν λόγω διορισμού. Ο διορισμός του Ενδιαφερομένου Μέρους ακυρώθηκε από το Δικαστήριο με την αιτιολογία ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το Δίκαιο της Ανάγκης δεν δικαιολογούσε την ανάληψη τέτοιας εξουσίας από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΤΗΚ. Και αυτό γιατί ο τρόπος αναπληρώσεως της εξουσίας, που χάθηκε λόγω της μη λειτουργίας της Επιτροπής Δημοσίας Υπηρεσίας, έπρεπε να ρυθμιστεί από το αρμόδιο όργανο του Κράτους. Στην υπόθεση Poutros v. CYTA (1970), το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΤΗΚ άσκησε πειθαρχικό έλεγχο και επέβαλε ποινή απολύσεως σε υπάλληλο της Αρχής. Ο τελευταίος κατέφυγε με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο και πάλιν ακύρωσε την πράξη της απόλυσης, γιατί το θέμα της άσκησης πειθαρχικού ελέγχου έπρεπε να είχε ρυθμιστεί από το αρμόδιο όργανο του Κράτους.
Αρμόδιο όργανο του Κράτους ήταν η Βουλή των Αντιπροσώπων, η οποία, ως αποτέλεσμα των δύο αυτών αποφάσεων, ψήφισε τον περί Οργανισμών Δημοσίου Δικαίου (Ρύθμισης θεμάτων Προσωπικού) Νόμο 61/70. Με τον Νόμο αυτό, η εξουσία προσλήψεων, μεταθέσεων, προαγωγών και πειθαρχικού ελέγχου πάνω στους υπαλλήλους Οργανισμών δημοσίου δικαίου ανατέθηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο του αντίστοιχου Οργανισμού.
Τα πιο πάνω οδήγησαν τη Βουλή των Αντιπροσώπων στη δημιουργία και νέας Επιτροπής Δημοσίας Υπηρεσίας, με τον Νόμο 33/1967.  Αυτή δεν έχει πλέον όλες τις αρμοδιότητες, που είχε η Επιτροπή Δημοσίας Υπηρεσίας, που προνοεί το Σύνταγμα, αλλά μόνο αρμοδιότητα σχετικά με τους δημοσίους υπαλλήλους.

Σε σχέση, λοιπόν με τους υπαλλήλους των Ημικρατικών Οργανισμών οι δυνάμει του Συντάγματος αρμοδιότητες της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας μεταφέρθηκαν και δόθηκαν στα Διοικητικά Συμβούλια των αντίστοιχων Οργανισμών. Το Ανώτατο Δικαστήριο δέχθηκε την συνταγματικότητα αυτού του μέτρου.
Στην υπόθεση Μεσαρίτη ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου [1972] τέθηκε ένα ενδιαφέρον θέμα.   Επρόκειτο για διορισμό υπαλλήλου του Ρ.Ι.Κ. Στο Δικαστήριο υποστηρίχθηκε ότι το Δίκαιο της Ανάγκης δεν δικαιολογούσε τον συγκεκριμένο διορισμό. Το Δικαστήριο δεν δέχθηκε να ασχοληθεί με το θέμα, ώστε να κρίνει κατά πόσο ο συγκεκριμένος διορισμός δικαιολογείτο ή όχι με βάση το Δίκαιο της Ανάγκης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι από την ώρα, που το Δίκαιο της Ανάγκης δικαιολογούσε παρέκκλιση από το Σύνταγμα με θέσπιση γενικού Νόμου, που να δίδει εξουσία στα Διοικητικά Συμβούλια των Ημικρατικών Οργανισμών σε θέματα των υπαλλήλων τους, το έργο του Δικαίου της Ανάγκης εξαντλήθηκε και, έτσι, δεν ήταν αναγκαίο να εξετάζεται κάθε φορά, αν το Δίκαιο της Ανάγκης δικαιολογούσε ή όχι την εφαρμογή του Νόμου σε συγκεκριμένη περίπτωση.

Με άλλα λόγια, το Δίκαιο της Ανάγκης δικαιολογούσε την μεταφορά των αρμοδιοτήτων της, κατά το Σύνταγμα, Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας στα Διοικητικά Συμβούλια των Ημικρατικών Οργανισμών. Ο ρόλος του Δικαίου της Ανάγκης τελείωσε με την θέσπιση του σχετικού Νόμου που προανάφερα. 

Στην υπόθεση Θεοδωρίδης ν. Πλουσίου [1976] νομολογήθηκε ότι ένας Νόμος, ο οποίος ήταν κατά τον χρόνο της θέσπισης του αντισυνταγματικός, μπορεί με βάση το Δίκαιο της Ανάγκης να μην κριθεί αντισυνταγματικός, αν την ώρα της εφαρμογής του η σχετική παρέκκλιση από το Σύνταγμα, μπορεί να δικαιολογηθεί από το Δίκαιο της Ανάγκης. Συνεπώς,το κρίσιμο χρονικό σημείο, ο κρίσιμος χρόνος για την κρίση αν ένας Νόμος είναι ή όχι αντισυνταγματικός είναι η ημέρα της εφαρμογής του και όχι η ημέρα, κατά την οποία θεσπίστηκε ή κατά την οποία άρχισε η ισχύς του.
                                        
Στην περίπτωση της υποθέσεως Πλουσίου είχε ψηφισθεί το 1963 Νόμος και συγκεκριμένα ο Περί της Κεντρικής Τραπέζης Νόμος 1963. Ο Νόμος αυτός παραχώρησε την αρμοδιότητα διορισμού διευθυντών της Κεντρικής Τράπεζας στο Διοικητή της. Ο Νόμος είχε ψηφιστεί πριν τα γεγονότα του 1963. Ο Νόμος, όταν ψηφίστηκε, ήταν έκδηλα αντισυνταγματικός, γιατί σύμφωνα με το Άρθρο 122 του Συντάγματος η σχετική αρμοδιότητα ανήκε στην Επιτροπή Δημοσίας Υπηρεσίας. Ενώπιον του Δικαστηρίου, όμως, το θέμα της συνταγματικότητας του Νόμου αυτού τέθηκε μετά τα γεγονότα του 1963. Το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάσισε ότι ο Νόμος έπαυσε να είναι αντισυνταγματικός, γιατί πλέον η εφαρμογή του δικαιολογείτο από το Δίκαιο της Ανάγκης.

Στην υπόθεση Aloupas and Another v. National Bank of Greece [1983] αναπτύχθηκε μια πολύ αξιοπρόσεκτη γνώμη από τον τότε Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πική, ότι προϋπόθεση αποδοχής με βάση το Δίκαιο της Ανάγκης παρεκκλίσεως από το Σύνταγμα είναι η έκδοση σχετικού Νόμου. Η αρχική κρίση, κατά πόσο σε συγκεκριμένη περίπτωση το Δίκαιο της Ανάγκης δικαιολογεί παρέκκλιση από το Σύνταγμα, ανήκει στην Νομοθετική εξουσία.

Η θέση Πική δεν φαίνεται να αποτελεί την κρατούσα γνώμη. Στην υπόθεση Γεωργίου [1983] αποφασίσθηκε ότι ο διορισμός Ελληνοκύπριου Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα (κανονικά εφόσον ο Γενικός Εισαγγελέας ήταν Έλληνας, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας έπρεπε βάσει το Συντάγματος να ήταν Τούρκος), δικαιολογείτο από το Δίκαιο της Ανάγκης. Παρά την απουσία Νόμου, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε τον διορισμό Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα δικαιολογημένο.

Τα ανωτέρω επεκτάθηκαν, με την εξέλιξη της Νομολογίας, και στο τομέα της αναθεώρησης του Συντάγματος.  Την αρχικά αρνητική στάση του Ανωτάτου Δικαστηρίου αντικατέστησε η θετική προσέγγιση, με αποτέλεσμα τώρα να μην μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί ότι το Δίκαιο της Ανάγκης δικαιολογεί την διατήρηση της εξουσίας αναθεωρήσεως/τροποποιήσεως μη θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος από την Βουλή των Αντιπροσώπων με την σημερινή της σύνθεση, δηλαδή στην απουσία των τουρκοκυπρίων βουλευτών.

Συνεπώς, όταν τίθεται θέμα θεμιτής τροποποιήσεως του Συντάγματος, πρέπει να διακριβώνεται κατά πόσο η προτεινομένη τροποποίηση αφορά ή όχι θεμελιώδη διάταξη του Συντάγματος.

Τα Άρθρα που δεν είναι θεμελιώδη, μπορούν, σύμφωνα με το Σύνταγμα, να τροποποιηθούν, αλλά με χωριστές ειδικές πλειοψηφίες των βουλευτών των δύο κοινοτήτων στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Αυτό προνοεί το ΄Αρθρο 182.3 του Συντάγματος. 

Το βασικό ερώτημα, λοιπόν, που τίθετο, είναι κατά πόσο υπό τις συνθήκες του πολιτικού βίου της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως αυτές ίσχυαν από το τέλος του 1963, με την απουσία τουρκοκυπρίων βουλευτών από την Βουλή των Αντιπροσώπων, ήτο δυνατή η νόμιμη τροποποίηση μη θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος.

Εις την υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων [1985] η Βουλή ψήφισε Νόμο για πρόωρες προεδρικές εκλογές, επικαλούμενη το Δίκαιο της Ανάγκης. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέφερε τον Νόμο για γνωμάτευση από το Ανώτατο Δικαστήριο βάσει του Άρθρου 140 του Συντάγματος. Στην γνωμάτευση του, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν είχε εξουσία να ψηφίσει ένα τέτοιο Νόμο. Το σκεπτικό ήταν ότι, εφόσον αυτός ο Νόμος συνιστά παρέκκλιση από το Άρθρο 44.1 του Συντάγματος, το οποίο δεν είναι θεμελιώδες, το Δίκαιο της Ανάγκης δεν μπορεί να δικαιολογήσει την συγκεκριμένη παρέκκλιση.
Εις την υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων [1985]. Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε Νόμο, ο οποίος, κατά παρέκκλιση από το Άρθρο 63 του Συντάγματος, παρείχε δικαίωμα ψήφου σε βουλευτικές εκλογές σε πολίτες, που είχαν συμπληρώσει το 18° έτος της ηλικίας τους. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέφερε και πάλι το Νόμο για γνωμάτευση από το Ανώτατο Δικαστήριο βάσει του Άρθρου 140 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι και ο Νόμος αυτός είναι αντισυνταγματικός. Το σκεπτικό ήταν το 

ίδιο όπως στην αμέσως πιο πάνω αναφερομένη απόφαση, δηλαδή ότι επειδή το Άρθρο 63 του Συντάγματος δεν είναι από τα θεμελιώδη, το Δίκαιο της Ανάγκης δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την συγκεκριμένη παρέκκλιση.
Οι Υποθέσεις αυτές, ορθά ερμηνευόμενες, οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι, όταν πρόκειται για τις μη θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος, το Δίκαιο της Ανάγκης δεν μπορεί να δικαιολογήσει παρέκκλιση, αφού υπάρχει εκ του ιδίου του Συντάγματος η εξουσία τροποποιήσεως τέτοιων διατάξεων. 

Παρά ταύτα, όταν η Βουλή επιχείρησε να τροποποιήσει τα Άρθρα 63 και 66 του Συντάγματος, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το Δίκαιο της Ανάγκης δεν δικαιολογούσε τροποποίηση του Συντάγματος. Το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν το εξής: Εν τελευταία αναλύσει τελικός κριτής κατά πόσο υπάρχει ανάγκη ή όχι για παρέκκλιση από το Σύνταγμα είναι το ίδιο το Δικαστήριο. Αυτό ελέχθη ευθύς εξ αρχής στην υπόθεση Ibrahim. Μπορεί το ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι ανάγκη, που να δικαιολογεί παρέκκλιση από  θεμελιώδη διάταξη του Συντάγματος, να κρίνει αρχικά ο Νομοθέτης. Τελικά, όμως, είναι το Ανώτατο Δικαστήριο, που κρίνει κατά πόσο όντως υπήρχε ή όχι τέτοια ανάγκη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέχισε το Δικαστήριο, εφόσον για 26 χρόνια από της εγκαθιδρύσεως της 
Δημοκρατίας το 1960 (η απόφαση εκδόθηκε το 1986) το σύστημα λειτούργησε με την 
ελάχιστη ηλικία αποκτήσεως δικαιώματος ψήφου να είναι καθορισμένη στα 21 χρόνια, δεν υπήρχε επιτακτική ανάγκη να τροποποιηθεί το Άρθρο 63 του Συντάγματος.    
                                            
Η πιο πάνω προσέγγιση δεν άντεξε στο χρόνο, έπαυσε δε κατά την δεκαετία του 1990 να αποτελεί δίκαιο. Τούτο έγινε σταδιακά.

Το 1989 ψηφίστηκε ο Περί της Πρώτης Τροποποιήσεως του Συντάγματος Νόμος (Νόμος 95/89), με τον οποίο τροποποιήθηκε το Άρθρο 111 του Συντάγματος, που προέβλεπε ότι "...παν ζήτημα των ανηκόντων εις την ελληνικήν ορθόδοξο Εκκλησίαν.,.σχέσιν έχον προς τον αρραβώνα, τον γάμον, το διαζύγιον, το κύρος του 

γάμου, τον χωρισμόν από τραπέζης και κοίτης ή την συνοίκησιν των συζύγων ή τας οικογενειακός σχέσεις..διέπεται...υπό του εκκλησιαστικού νόμου της ελληνικής ορθοδόξου Εκκλησίας....και διαγιγνώσκεται υπό του εκκλησιαστικού δικαστηρίου...".
                                            
Μετά την ψήφιση του εν λόγω Νόμου, ψηφίστηκε στα πλαίσια της νέας διατυπώσεως του Άρθρου 111 του Συντάγματος ο Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμος (Νόμος 23/90).

Ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, που συμφωνούσε με την τροποποίηση, δεν κατέφυγε με Αναφορά για γνωμάτευση από το Ανώτατο Δικαστήριο, αλλά υπέγραψε και εξέδωσε τους εν λόγω Νόμους, με δημοσίευση στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας κατά το Άρθρο 52 του Συντάγματος.

Έτσι, κατά το τεκμήριο της συνταγματικότητας των Νόμων, η τροποποίηση του Συντάγματος πήρε σάρκα και οστά.  
                                            
Η συνταγματικότητα του Νόμου αυτού όμως τελικά κατέληξε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ακούσθηκε από την ολομέλεια του  Ανωτάτου  Δικαστηρίου   με  χρήση  του μηχανισμού   του   Άρθρου   144   του   Συντάγματος. Η   σχετική   παραπομπή εκδικάστηκε από 10 Δικαστές (είχε προηγηθεί η εξαίρεση των Δικαστών Σαββίδη και   Χ'Τσαγγάρη,   οι   οποίοι   σε   προηγηθείσα   μελέτη   είχαν  συστήσει   την τροποποίηση του ΄Αρθρου 111).  Η απόφαση λήφθηκε με ισοψηφία (5:5) είναι η υπόθεση Nικολάου και άλλων v. Νικολάου και άλλου (1992). Η συνταγματικότητα των υπό κρίση Νόμων διασώθηκε, λόγω του τεκμηρίου της συνταγματικότητας των Νόμων. 

Το 1996 ψηφίστηκε ο Περί της Δεύτερης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος (Νόμος 106(Ι)/1996), με τον οποίο τροποποιήθηκε το Άρθρο 63.1 του Συντάγματος, με αποτέλεσμα να δοθεί το δικαίωμα ψήφου σε βουλευτικές εκλογές, σε όσους έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους.

Το 1996 ψηφίστηκε επίσης και ο Περί της Τρίτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος (Νόμος 115(Ι)/1996), με τον οποίο αντικαταστάθηκε το Άρθρο 66.2 του Συντάγματος, με αποτέλεσμα το Άρθρο αυτό τώρα να προβλέπει ότι "Κενωθείσα βουλευτική έδρα πληρούται εντός προθεσμίας τεσσαράκοντα πέντε το πολύ ημερών από της κενώσεως καθ΄ ον τρόπον ο νόμος ορίζει".
                                            
Στην υπόθεση Κουλουντή v. Βουλή των Αντιπροσώπων και ΄Αλλων (1997) η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποφάσισε ότι ο Περί της Τρίτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος (Νόμος 115(Ι)/1996) είναι συνταγματικός, γιατί το Δίκαιο της Ανάγκης απλώς δικαιολογεί την μη εφαρμογή της προϋπόθεσης του ΄Αρθρου 182.3 του Συντάγματος για πλειοψηφία δύο τρίτων των τούρκων βουλευτών. 

Τέλος ενόψει υποχρεώσεων, που αναλήφθηκαν στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων για ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε, ψηφίστηκε ο Περί της Τέταρτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος, με τον οποίο τροποποιήθηκε ΄Αρθρο του Συντάγματος σε σχέση με την Κεντρική Τράπεζα. 
                                            
Μάλιστα δε, πρέπει να σημειωθεί ότι η ανάγκη πλήρους συμμορφώσεως μας με το Κοινοτικό Κεκτημένο επέβαλλε, όπως και στο τέλος έγινε, και τροποποίηση θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος.  Αυτό γιατί δεν αποτελεί υπεράσπιση σε σχέση με μη συμμόρφωση με το κεκτημένο ότι η μη συμμόρφωση οφείλεται στο Σύνταγμα. Το περιεχόμενο του Συντάγματος κυριάρχων κρατών είναι εσωτερική
τους υπόθεση. Τα άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε δεν ενδιαφέρονται για τήρηση του
Συντάγματος ενός μέλους, αλλά για εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που το εν
λόγω μέλος ανέλαβε εκούσια, προσυπογράφοντας και κυρώνοντας την Συνθήκη Προσχώρησης. 

Ας δούμε τώρα και πως αντιμετωπίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο η παρέμβαση της Βουλής σε σχέση με το Κυπριακό πρόβλημα. Τον Φεβρουάριο του 1985 η Βουλή, με συνεργαζόμενα Κόμματα το ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ με ψήφισμα της, ζήτησε από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας κον Σπύρο Κυπριανού να δεχθεί να δεσμεύεται από τις αποφάσεις της πλειοψηφίας του Εθνικού Συμβουλίου. Ο Πρόεδρος δεν δέχθηκε να συμμορφωθεί με το ψήφισμα. Αντιδρώντας η Βουλή ψήφισε απόφαση με το ίδιο περιεχόμενο όπως το ψήφισμα και την έστειλε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας προς δημοσίευση βάσει του Άρθρου 52 του Συντάγματος, έτσι ώστε να καταστεί υποχρεωτική για τον τελευταίο. Ο Πρόεδρος     
της Δημοκρατίας ανέφερε το θέμα στο Ανώτατο Δικαστήριο βάσει του Άρθρου 140 του Συντάγματος, ενώ ταυτόχρονα καταχώρησε και Προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο βάσει του Άρθρου 139 του Συντάγματος. Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναφορά και τη Προσφυγή είναι δημοσιευμένες ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής Αντιπροσώπων (1985).
                                            
Το Ανώτατο Δικαστήριο αρνήθηκε ανάμειξη με το ακόλουθο σκεπτικό:Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας έγινε για να λύσει το Κυπριακό Πρόβλημα. Εφόσον έγινε για να λύσει το Κυπριακό Πρόβλημα είναι φανερό ότι ο συνταγματικός Νομοθέτης δεν έχει προβλέψει ποίος είναι ο αρμόδιος να χειρίζεται το Κυπριακό Πρόβλημα σε περίπτωση επανεμφανίσεως του. Η συγκεκριμένη διαμάχη μεταξύ της Βουλής των Αντιπροσώπων και του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι διαμάχη 
με αντικείμενο ποίος θα ασκεί την εξουσία χειρισμού του Κυπριακού Προβλήματος. Η εξουσία αυτή βρίσκεται έξω από τα όρια του Συντάγματος. Άρα, η σχετική απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων δεν μπορεί να δημοσιευθεί βάσει του Άρθρου 52 του Συντάγματος. Κατά συνέπεια, και εφόσον η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου αφορά μόνο αποφάσεις και Νόμους της Βουλής των Αντιπροσώπων, που υπόκεινται σε δημοσίευση και μπορούν να δημοσιευθούν βάσει του Άρθρου 52 του Συντάγματος, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αναμειχθεί στην συγκεκριμένη πολιτική διαμάχη μεταξύ Βουλής των Αντιπροσώπων και Προέδρου της Δημοκρατίας.

Αν κρίνουμε με βάση ακριβώς το αυστηρό γράμμα του Συντάγματος μας, όλα όσα έγιναν, είτε πριν από την τουρκική εισβολή, είτε μετά από αυτήν, στα πλαίσια των ενδοκυπριακών διαπραγματεύσεων προς επίλυση του Κυπριακού προβλήματος, είναι αντισυνταγματικά, αφού οι διαπραγματεύσεις είχαν πάντοτε ως αντικείμενο είτε αντικατάσταση θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος είτε ολική αντικατάσταση του Συντάγματος.

Μπορεί, άραγε, να υποστηρίξουμε ότι η Συμφωνία Μακαρίου - Ντενκτάς ή η Συμφωνία Κυπριανού - Ντενκτάς, η κάθε μια από τις οποίες προοιωνίζει λύση του Κυπριακού προβλήματος στη βάση δικοινοτικής διπεριφερειακής ομοσπονδίας, είναι αντισυνταγματικές; Ή ότι οι ομόφωνες αποφάσεις του Εθνικού και Υπουργικού Συμβουλίου του 1989, με τις οποίες γίνεται δεκτό ότι η λύση του Κυπριακού προβλήματος θα γίνει στη βάση δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας είναι αντισυνταγματικές; Ή ότι όλες οι κατά καιρούς προτάσεις μας στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων για την επίλυση του Κυπριακού στους διάφορους γύρους 
συνομιλιών, που κατά καιρούς έγιναν, ή οι απόψεις, που καταθέταμε σ'αυτές, είναι αντισυνταγματικές, αφού εν πάση περιπτώσει οδηγούν σε αντικατάσταση θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος και της μορφής του πολιτεύματος, που 
καθόρισε το Σύνταγμα του 1960; Μήπως μπορεί να υποστηριχθεί η άποψη ότι αυτή καθ' εαυτή η συμμετοχή μας σε διαπραγματεύσεις, που δεν έχουν στόχο την αποκατάσταση του Συντάγματος, είναι αντισυνταγματική;

Η απάντηση σ' όλα τα πιο πάνω ερωτήματα είναι αρνητική. Η επίλυση ενός διεθνούς προβλήματος εισβολής και κατοχής, όπως είναι το Κυπριακό πρόβλημα, δεν στηρίζεται μόνο σε νομικά, αλλά πολύ περισσότερο σε πολιτικά κριτήρια. Η πραγματική κατάσταση, που επικρατεί εδώ και πολλά χρόνια στην Κύπρο, δικαιολογεί την άσκηση συντακτικής εξουσίας, αδέσμευτης από κανόνες θετού δικαίου. Οι οποιοιδήποτε περιορισμοί στα όρια της εξουσίας αυτής δεν βρίσκονται σε κανόνες εσωτερικού δικαίου, όπως είναι το ισχύον Σύνταγμα, αλλά στο αναγκαστικό διεθνές δίκαιο, που εμπερικλείει τα γενικώς αναγνωρισμένα ανθρώπινα δικαιώματα.


Το ερώτημα ποίοι νομιμοποιούνται να ασκούν την απεριόριστη αυτήν εξουσία έχει επιλυθεί de facto. Οι διαπραγματεύσεις γίνονται μεταξύ των εκπροσώπων των δύο αναγνωριζομένων από το Σύνταγμα του 1960 κοινοτήτων της Κύπρου. Τον διαπραγματευτή της καθεμιάς ορίζει η αντίστοιχη κοινότητα. Η προαναφερθείσα διαμάχη μεταξύ Βουλής και Προέδρου αποτελούσε πολιτική σύγκρουση σε σχέση με τις εξουσίες του διαπραγματευτή της Ελληνοκυπριακής κοινότητας.

Καταλήγοντας είναι η άποψη μου ότι το Δίκαιο της Ανάγκης αποτελεί πλέον στη Κύπρο και θα εξακολουθήσει να είναι, μέχρι να επιλυθεί το πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου, βασική πηγή του Κυπριακού Συνταγματικού Δικαίου.  Και τούτο διότι το Δίκαιο της Ανάγκης καθορίζει πότε υφίσταται εξουσία παρεκκλίσεως από το αυστηρό γράμμα του Συντάγαμτος χάρι της ανάγκης διατήρησης και προστασίας της κρατικής μας οντότητας και υπόστασης.  Από το 1963 και εντεύθεν, με τη χρήση του Δικαίου της Ανάγκης, ο νομικός κόσμος της Κύπρου έκανε το καθήκον του προς τη πατρίδα και τη διαφύλαξε.  Ελπίζω και εύχομαι και οι πολιτικοί να 
κάνουν το ίδιο. 
                        


                            Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης
                            Δικηγόρος